
Τα τελευταία χρόνια, οι βάσεις εισαγωγής στα τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών στα ελληνικά πανεπιστήμια παρουσιάζουν μια ανησυχητική πτώση. Σχολές όπως η Φιλολογία, η Ιστορία, η Φιλοσοφία, η Θεολογία και η Κοινωνιολογία συχνά προσελκύουν υποψήφιους με χαμηλές βαθμολογίες, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται μια γενικότερη υποβάθμιση του κύρους αυτών των επιστημών.
Η τάση αυτή δεν είναι απλώς ένα εκπαιδευτικό φαινόμενο, αλλά αντικατοπτρίζει βαθύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές στάσεις που απαξιώνουν τις ανθρωπιστικές σπουδές, θεωρώντας τις «λιγότερο χρήσιμες» σε σχέση με τις θετικές ή τεχνολογικές επιστήμες. Το αποτέλεσμα είναι η παραγωγή μιας κοινωνίας με ελλείψεις σε κριτική σκέψη, ιστορική συνείδηση και ηθική ευαισθησία, με σοβαρές συνέπειες για τη δημοκρατία και τη συλλογική συνείδηση. Φέτος αυτή η υποτίμηση ξεπέρασε κάθε προηγούμενο με, σχεδόν, όλες τις βάσεις εισαγωγής στα τμήματα των φιλολόγων να κυμαίνονται από 8 έως 13 χιλιάδες μόρια. Φιλόλογοι… αφιλόλογοι.
Η υποτίμηση των ανθρωπιστικών σπουδών δεν είναι τυχαία. Σε μια εποχή που κυριαρχεί η λογική της αγοράς εργασίας και η άμεση «αποδοτικότητα», οι σπουδές που δεν οδηγούν ευθέως σε επαγγελματική αποκατάσταση θεωρούνται περιττές.

Οι ανθρωπιστικές επιστήμες, που εστιάζουν στη μελέτη της ανθρώπινης εμπειρίας, της κουλτούρας, της ιστορίας και της φιλοσοφίας, δεν προσφέρουν άμεσα μετρήσιμα οικονομικά οφέλη, με αποτέλεσμα να περιθωριοποιούνται.
Η ελληνική εκπαίδευση, δίνοντας έμφαση στις θετικές επιστήμες και την τεχνοκρατική γνώση, ενισχύει αυτή την τάση, ενώ οι χαμηλές βάσεις εισαγωγής λειτουργούν ως «αυτοεκπληρούμενη προφητεία»: τα τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών προσελκύουν συχνά φοιτητές που δεν τα επέλεξαν συνειδητά, αλλά ως «λύση ανάγκης», μιας και «αφού το παιδί δεν τα “παίρνει” τα μαθηματικά, ας δώσει αρχαία».
Παράλληλα, η κοινωνία και τα ΜΜΕ προβάλλουν στερεότυπα που υποβαθμίζουν αυτές τις επιστήμες, παρουσιάζοντάς τες ως «εύκολες» ή «άχρηστες». Αυτή η αντίληψη αγνοεί τον πλούτο γνώσεων και δεξιοτήτων που προσφέρουν οι ανθρωπιστικές σπουδές, όπως η ικανότητα ανάλυσης, η κριτική σκέψη, η κατανόηση πολύπλοκων κοινωνικών φαινομένων και η διαμόρφωση ηθικών αξιών. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες δεν είναι απλώς ακαδημαϊκοί κλάδοι· αποτελούν τον πυρήνα της ανθρώπινης αυτογνωσίας και της κοινωνικής συνοχής.

Μέσα από τη μελέτη της λογοτεχνίας, της ιστορίας, της φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών, οι άνθρωποι μαθαίνουν να κατανοούν τον κόσμο, να αμφισβητούν τις κυρίαρχες αφηγήσεις και να διαμορφώνουν τεκμηριωμένες απόψεις. Αυτές οι επιστήμες καλλιεργούν: την κριτική σκέψη, την ικανότητα, δηλαδή, να αναλύει κανείς πληροφορίες, να διακρίνει την προπαγάνδα από την αλήθεια και να προσεγγίζει τα προβλήματα με δημιουργικότητα. Διαμορφώνουν την ιστορική συνείδηση καθώς η κατανόηση του παρελθόντος βοηθά στην αποφυγή επανάληψης λαθών και στη διαμόρφωση μιας ώριμης κοινωνικής ταυτότητας χαλκουργώντας, ταυτόχρονα, την συνείδησή μας ως πολίτες. Μία κοινωνία με κριτικά σκεπτόμενους πολίτες είναι λιγότερο ευάλωτη στη χειραγώγηση, την φαυλοκρατία και την απολυταρχία.
Η συνέπεια της απαξίωσης αυτής είναι, φυσικά, πως σε μεγάλο βαθμό τα πανεπιστήμια διαμορφώνονται σε μηχανές παραγωγής μορφωτικά αλλά και «κοινωνικά» αναλφάβητων ανθρώπων. Η υποβάθμιση των ανθρωπιστικών σπουδών έχει οδηγήσει σε μια ανησυχητική τάση: την παραγωγή ανθρώπων που, ενώ μπορεί να είναι τεχνικά καταρτισμένοι, στερούνται βασικών δεξιοτήτων κριτικής σκέψης και κοινωνικής ευαισθησίας. Αυτοί οι «κοινωνικά αναλφάβητοι» άνθρωποι, όπως συχνά αποκαλούνται, είναι πιο επιρρεπείς στη χειραγώγηση από λαϊκιστικές αφηγήσεις, fake news και προπαγάνδα.
Χωρίς καμία ιστορική γνώση, δεν μπορούν να συνδέσουν το παρόν με το παρελθόν· χωρίς φιλοσοφική σκέψη, δυσκολεύονται να διαμορφώσουν ηθικές θέσεις· χωρίς λογοτεχνική ενσυναίσθηση, αδυνατούν να κατανοήσουν τις ανθρώπινες εμπειρίες πέρα από το δικό τους βίωμα, που στην ουσία είναι και το μοναδικό τους βίωμα και αυτό βαθιά επηρεασμένο από την ναρκισσιστική επιρροή των φαύλων διαδικτυακών μέσων.
Στην Ελλάδα, αυτό το φαινόμενο εντείνεται από την κρίση αξιών και την έλλειψη ποιοτικής προσωπικής παιδείας. Οι νέοι, συχνά απορροφημένοι από την τεχνολογία και την καταναλωτική κουλτούρα, στερούνται εργαλείων για να ερμηνεύσουν τον κόσμο. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που εύκολα παρασύρεται από συνθήματα, πολώσεις και απλοϊκές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα.
Καταλήγοντας, οι χαμηλές βάσεις εισαγωγής στα τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών δεν είναι απλώς ένα στατιστικό δεδομένο, αλλά ένα σύμπτωμα βαθύτερης κοινωνικής κρίσης διεθνώς. Η απαξίωση αυτών των επιστημών υπονομεύει την ικανότητα της κοινωνίας να σκέφτεται κριτικά, να κατανοεί την ιστορία της και να οικοδομεί ένα μέλλον. Οι ανθρωπιστικές σπουδές δεν είναι πολυτέλεια· είναι αναγκαιότητα για τη διαμόρφωση συνειδητών, ενεργών και ηθικά υπεύθυνων πολιτών.














