Εμμα, το κορίτσι με τν πεταλούδα στα μαλλιά

Για εκείνη που «έφυγε»… αλλά δε θα φύγει ποτέ

Έμμα.

Όχι «η Έμμα». Απλώς Έμμα, σαν να τη ξέρουμε χρόνια.

Ήταν το κορίτσι που όταν γελούσε, έγερνε λίγο το κεφάλι αριστερά και έβγαζε έναν μικρό ήχο σαν γατάκι.

Η μάνα της το έλεγε: «Το γέλιο σου. Είναι η καλύτερή μου «καλημέρα».»

Είχε ακόμα το παιδικό της παράπονο όταν κάτι δεν της άρεσε: «Μα γιατίιι;». Με τα φωνήεντα να τραβάνε σαν τσιχλόφουσκα.

Της άρεσε να βάζει στα μαλλιά της εκείνο το κλάμερ με τη μικρή πεταλούδα που είχε αγοράσει στα 15 της στα Χανιά και δεν το αποχωριζόταν ποτέ.

Την έβλεπες να έρχεται από μακριά και καταλάβαινες: «Ήρθε η Έμμα μας».

Στη Θεσσαλονίκη νοίκιαζε ένα μικρό δωμάτιο κοντά στη Ροτόντα.

Είχε γεμίσει το παράθυρο γλαστράκια με δυόσμο και βασιλικό.

«Για να μυρίζει Κρήτη», έλεγε.

Κάθε Κυριακή μιλούσε με τη γιαγιά στο τηλέφωνο και της έλεγε τα ίδια:

«Γιαγιά, σου κρατάω τον καλύτερο μπακαλιάρο για όταν κατέβω».

Η γιαγιά ακόμα τον περιμένει.

Την τελευταία φορά που μίλησε με τη μάνα της ήταν Τετάρτη βράδυ.

«Μαμά, βαριέμαι τις εξετάσεις, αλλά μετά θα ’ρθω να φάμε πατάτες στο λιμάνι, εντάξει; Μόνο εσύ κι εγώ».

Η μάνα γέλασε. «Εντάξει, μωρό μου».

Την Παρασκευή το βράδυ, η Έμμα περπατούσε χαρούμενη γιατί είχε πάρει καλό βαθμό σε ένα δύσκολο μάθημα.

Στεκόταν στη διάβαση, περίμενε το πράσινο φανάρι.

Το αυτοκίνητο δεν περίμενε τίποτα.

Όταν η μάνα της έμαθε τι έγινε, το μόνο που μπόρεσε να πει ήταν:

«Μα… είπαμε πατάτες στο λιμάνι…»

Στο νοσοκομείο, την ώρα που οι γιατροί τους εξηγούσαν ότι δεν υπάρχει ελπίδα, ο πατέρας της κρατούσε το χέρι της Έμμας.

Ήταν ακόμα ζεστό.

«Κρυώνει, βάλτε της μια κουβερτούλα», είπε.

Κανείς δεν του απάντησε.

Κι όμως, μέσα σε εκείνη τη νύχτα που ο κόσμος τους γκρεμίστηκε, η μάνα της σήκωσε το κεφάλι και είπε:

«Αφήστε τα όργανά της να ζήσουν. Δεν θέλω κανένα παιδί να φύγει όπως το δικό μου».

Έτσι η Έμμα «έφυγε», αλλά δεν έφυγε.

Κάποιο παιδάκι σήμερα τρέχει στην παιδική χαρά και δεν ξέρει ότι τα πόδια του τρέχουν με τη δύναμη της Έμμας.

Κάποια μάνα κλαίει από χαρά γιατί ο γιος της είδε επιτέλους το πρόσωπό της. Με τα μάτια της Έμμας.

Στο σπίτι στα Χανιά, ο μπαμπάς της ακόμα βάζει δύο πιάτα στο τραπέζι μερικές φορές.

Και μετά θυμάται και τα μαζεύει σιωπηλά.

Η μαμά της κρατάει το κλάμερ με την πεταλούδα στο κομοδίνο.

Κάθε βράδυ το φιλάει και λέει: «Καληνύχτα, πεταλουδίτσα μου».

Τρία χρόνια.

Χίλιες εκατό μέρες που η Έμμα δεν γύρισε σπίτι.

Κι εκείνοι που της το στέρησαν αυτό το δικαίωμα, ακόμα περπατάνε ελεύθεροι.

Αν την πετύχεις ποτέ σε όνειρο, πες της ότι η μάνα της ακόμα ζεσταίνει πατάτες μερικά βράδια.

Και περιμένει.

Πάντα περιμένει.

Έμμα.

Το κορίτσι με την πεταλούδα στα μαλλιά.

Το «σ’ αγαπώ» που δεν πρόλαβε να πει για τελευταία φορά.

Ας μην την ξεχάσουμε.

Ποτέ.

Για δες εδώ

Μπορεί να σε ενδιαφέρει

Είμαστε

ΠΑΝΤΟΥ