
Στα βάθη της άγονης γης, ψιθυρίζεται ένα «τετέλεσται».
Χθες βράδυ, με τον ουρανό να πέφτει βαριά πάνω μας σαν μολύβι, έφαγα σκουλήκια. Ναι, αυτά τα μικρά έρποντα ζωϋφιάκια που σκαλίζουν τη γη. Λένε πώς αν τα ψήσεις καλά, δεν είναι και τόσο άσχημα. Είναι απλώς άγευστα.
Μα αυτό το κενό που μένει μετά στο στόμα, αυτό το βαρύ και άδειο τίποτα, είναι χειρότερο και από την πείνα που σου σφίγγει τα σωθικά.
Θυμάμαι ότι παλιά, δεν μπορούσα να μη γελάσω όταν άκουγα τη φράση «βρώσιμα έντομα». Την αντιμετώπιζα σαν να ‘ταν επιστημονική φαντασία από βιβλία που διάβαζα κρυφά.
Θυμάμαι ότι παλιά, δεν μπορούσα να μη γελάσω όταν άκουγα τη φράση «βρώσιμα έντομα». Την αντιμετώπιζα σαν να ‘ταν επιστημονική φαντασία από βιβλία που διάβαζα κρυφά.
Τώρα…
Τα ψάχνω στη μαύρη αγορά, στα σκοτάδια, με τα λιγοστά ηλεκτρο -κρυπτονομίσματα που μας πέταξε η Νέα Δικτατορία σαν ψίχουλα, λέγοντας «για την τροφή του λαού».
Μας έδωσε τροφή, σωστά. Όχι όμως ζωή. Μας πήρε τη φωνή μας. Έκανε νόμο τη σιωπή μας.
Το κρέας δεν υπάρχει πλέον. Έγινε ανάμνηση, σαν όνειρο που ξεθωριάζει. Πριν πέντε χρόνια, τα τελευταία πρόβατα, τα κοπάδια μας, χάθηκαν όλα. Η ευλογιά ήρθε σαν φωτιά, κατάπιε τα πάντα σε μια νύχτα. Το 2025, οι επίσημες ανακοινώσεις μιλούσαν για «λίγα κρούσματα», ενώ στα χωριά μας, φορτηγά μάζευαν νεκρά ζώα σωρηδόν. Και η μυρωδιά του καμμένου μαλλιού έμενε στον αέρα μέρες ολόκληρες, πνιγηρή, σαν να έκλαιγε η γη τα παιδιά της. Υποσχέσεις για αποζημιώσεις; Ποτέ δεν ήρθαν, ποτέ δεν κρατήθηκαν, ποτέ δεν υλοποιήθηκαν. Μείνανε μόνο οι σιωπές μας.
Έτσι τελείωσε η κτηνοτροφία εδώ, η δουλειά των οικογενειών μας, και ξεκίνησε ο πραγματικός πόλεμος. Ο πόλεμος με την πείνα, που δεν βλέπεις, αλλά σε τρώει ζωντανό.

Στα αστικά κέντρα, οι άλλοι νόμιζαν πως δεν τους αφορά. Έτρωγαν τα εισαγόμενα, μέχρι που η Ευρωπαϊκή Ένωση γκρεμίστηκε κάτω από χρέη και φαντάσματα παλιά, σαν χαρτί που καίγεται. Τότε κατάλαβαν. Ράφια άδεια, κουπόνια για φαΐ, παιδιά να κλαίνε για ψωμί. Η Δικτατορία έφταιγε για τον πόλεμο, για το κλίμα, για τους εχθρούς.
Εμείς όμως, ξέραμε. Φταίνε αυτοί που για χρόνια μας έκαναν εξαρτημένους. Αυτοί που πούλησαν τη γη για ψήφους και δάνεια. Αυτοί που σκότωσαν την αυτάρκεια μας.
Θυμάμαι ακόμα το κρέας. Όχι τη γεύση του, αλλά τη στιγμή που το είχαμε πάνω στο τραπέζι για να το φάμε, μαγειρεμένο με στοργή και αγάπη από τη γιαγιά και τη μάνα μας. Μαζί με ψωμί ζεστό, τυρί από τα χέρια του πατέρα και κρασί που κοκκίνιζε στον ήλιο. Γέλια, μυρωδιές, ζωή.
Σήμερα, ένα κομμάτι από μυρμήγκια, ψητό σε παλιά μπαταρία. Κάποιοι βάζουν μπαχαρικά να θυμηθούν παλιές γεύσεις, μα το στομάχι ξέρει. Αυτή η πίκρα είναι η απώλεια, που μένει μέσα σου σαν μαχαιριά.
Νύχτες με αέρα δυνατό, ακούω βελάσματα από τους παλιούς στάβλους.
Ίσως με περιπαίζει ο άνεμος που φυσά από τα σπασμένα τζάμια. Ίσως οι ψυχές τους που δεν ησύχασαν.
Παλιά τα λέγαμε «ζώα αγροτικά». Τώρα, θύματα. Και εμείς φταίμε. Φταίμε που δεν τα σώσαμε, που μείναμε σιωπηλοί. Η ενοχή βαραίνει σαν αλυσίδα.
Η γη ξεράθηκε. Φωτιές το ’30 και το ’33 έκαναν την Ελλάδα έρημο, ποτάμια γίναν δηλητήρια από παλιές φάρμες. Καλοκαίρια με 50 βαθμούς, ο ήλιος καίει σαν να τιμωρεί, και βγαίνουμε μόνο νύχτα, σαν φαντάσματα.
Δρόμοι άδειοι, σπίτια ερειπωμένα. Τα παιδιά δεν ξέρουν τί σημαίνει «σπόρος» και «σπορά». Νομίζουν το φαγητό βγαίνει από κρατικά εργαστήρια, «κέντρα αναδόμησης». Μα είναι εργοστάσια ψυχρά, χωρίς ψυχή.
- Τραγούδια και παρατράγουδα…Eurovision style

- Εμμα, το κορίτσι με τν πεταλούδα στα μαλλιά

- Κατέφυγα στην εντομοφαγία για λόγους επιβίωσης

Πώς φτάσαμε εδώ;
Απεργίες για 13ωρα, διαδηλώσεις που έσβησαν, drones να πιάνουν κόσμο για «τάξη». Ειδήσεις που πίσω από τις λέξεις μας φώναζαν να «προσαρμοστούμε» στο άκουσμα του κάθε θανάτου.
Εμείς, καταπνίξαμε το συναίσθημά μας μέσα στο φόβο και τη συνήθεια. Τώρα πληρώνουμε με πείνα και δάκρυα.
Αν γυρνούσα στο 2025, θα φώναζα δυνατά. Όχι για μένα, αλλά για τα παιδιά με μάσκες και αποστειρωμένο νερό. Για να θυμηθούν ψωμί αληθινό, γάλα από κοπάδι, βροχή στη γη. Να πουν ότι ζουν. Μα κανείς δε γυρνάει πίσω. Ο χρόνος δεν συγχωρεί.
Αν αυτό είναι η ζωή τώρα, η Δικτατορία κέρδισε. Κόσμο χωρίς όρεξη, που τρώει χωρίς να νιώθει, που ζει χωρίς μνήμη.
Κοιμάται όρθιος, και παίρνει αυτό που του ‘ρθε.
Μα εγώ, θυμάμαι ακόμα.








