ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, κλάψαμε από την αρχή για τον άδικο και βάναυσο θάνατο της δύστυχης Caroline των Γλυκών Νερών. Την ημέρα που μάθαμε το φριχτό έγκλημα. Κλάψαμε και για το δύστυχο σκυλάκι, που έχασε τη ζωή του άδικα και βάναυσα επίσης, για να μην προδώσει τις υπόλοιπες ενέργειες των «δραστών»…
Εμείς οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ, νιώσαμε οργή και μίσος για τους διαρρήκτες όταν ακούσαμε ότι διεπράχθη ληστεία μέσα στο σπίτι. Παρ’ όλο που αργότερα τα γεγονότα μας διέψευσαν.
Εμείς οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ, καταδικάσαμε τους κακοποιούς που αφαίρεσαν μια ζωή, στερώντας μια μάνα από το μωρό παιδί της. Δεν εξετάσαμε τί εθνικότητας ήταν, δε σταθήκαμε στο γεγονός ότι μιλούσαν «σπαστά ελληνικά». Απλά τους καταδικάσαμε. Σθεναρά. Παρ’ όλο που εκείνη τη στιγμή «πλανόμασταν πλάνην οικτράν».
Εμείς οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ, αγκαλιάσαμε έστω και νοερά τη μικρή Λυδία. Ένα κοριτσάκι που μόλις έκλεισε τον πρώτο του χρόνο ζωής, και ήδη έχει βρεθεί αντιμέτωπο με την ορφάνια, το μίσος και την απανθρωπιά.
Εμείς οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ, λυπηθήκαμε αφάνταστα και για τον Μπάμπη. Επειδή – ειδικά στην κηδεία και το μνημόσυνο της Caroline- έστω και για μια στιγμή νιώσαμε ότι ήταν πραγματικά διαλυμένος ψυχικά επειδή έχασε τη γυναίκα της ζωής του. Παρ’ όλο που κάποιες στιγμές, κάποιες κινήσεις, μας είχαν φανεί παράταιρες.
Αργότερα – δυστυχώς- μάθαμε ότι την είχε πνίξει αυτός και είχε σκηνοθετήσει το όλο σκηνικό για να φανεί σαν ατύχημα.
Δεν έχει σημασία αν η ενοχή του Μπάμπη φάνηκε από την αρχή. Σημασία έχει ότι δεν μπόρεσε κανείς να προβλέψει ένα τέτοιο φονικό και να το αποτρέψει. Όταν συνειδητοποιήσαμε ότι ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΝΑΜΕ ΛΑΘΟΣ, καταδικάσαμε και τον Μπάμπη. Να σαπίσει στο κελί του και να μη βγει με καμία επιείκεια του νόμου. Και πάνω απ’ όλα, να μην ξαναπλησιάσει ποτέ το παιδί. Για να μην του δημιουργήσει ποτέ προβλήματα και ψυχικά τραύματα.
Δε θέλουμε τον Μπάμπη (και τον κάθε Μπάμπη) ως μέλος της κοινωνίας μας. Δε χωράει σε όλο αυτό που μας κληροδότησαν οι παππούδες και οι γονείς μας. Σε όλο αυτό που παλεύουμε να παραδώσουμε ακέραιο στα δικά μας παιδιά και εγγόνια.
Θα ήταν εντελώς υποκριτικό για ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, να κλάψουμε μόνο όταν ακούσαμε ότι ο δράστης ήταν ο Έλληνας σύζυγός της.
Να τον κράξουμε γιατί είναι λευκός, λες και οι άλλες φυλές δε σκοτώνουν.
Να υποθέσουμε ότι είναι Χριστιανός Ορθόδοξος (πόσο μάλλον όταν ξεφυτρώνουν οι αντιρρησίες και οι αρνητές της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστης σαν τα μανιτάρια.).
Να κρύβουμε κάτω από το χαλί τις άλλες προσωπικές «δραστηριότητές» του. Οι οποίες ενισχύονται από το γεγονός ότι έπεσε φαρδύς – πλατύς δίπλα σε ένα 14χρονο κοριτσάκι που ακόμα δεν είχε ξεπεταχτεί από την αγκαλιά της μαμάς της. Και δεν ήξερε τι θα πει «όμορφη σχέση» και «παραμυθένιος έρωτας».
Να χαρακτηρίσουμε την ειδεχθή, την αποτρόπαια αυτή πράξη του «πατριαρχική», ενώ σε αντίθετη περίπτωση (είτε φύλου, είτε φυλής) θα κάναμε τα στραβά μάτια και θα μιλούσαμε για «μεμονωμένο περιστατικό».
[Σας έχω νέα, «θηλυκότητες»: Ο Μπάμπης θα σκότωνε τον οποιονδήποτε έκρινε ότι διαφωνεί μαζί του για θέματα του παιδιού. Ακόμα και ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΙΘΑΝΟ σύντροφό του].
Και βεβαίως, να χρησιμοποιούμε τον ηθικοπλαστικό νεολογισμό «γυναικοκτονία».
Για ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, που ζούμε στο δυτικό κόσμο, η γυναίκα είναι άνθρωπος ΙΣΟΣ και έχει τα ίδια δικαιώματα με τους άντρες.
Αν βέβαια θεωρήσουμε ότι ζούμε στη Μέση Ανατολή, που η γυναίκα άγεται και φέρεται από τον σατράπη άντρα – είτε είναι σύζυγος, είτε συγγενής- και η δολοφονία μιας γυναίκας αντιμετωπίζεται σαν την κλοπή μιας κονσέρβας, τότε ναι.
Ας γυρίσουμε πίσω στο Μεσαίωνα, να χαρούν και οι ανθέλληνες. Που βάζουν τον εχθρό μέσα στην πόλη, υπό το μανδύα του «κατατρεγμένου πρόσφυγα».
Και τότε έχουμε να δούμε πολλές και πολύ διαφορετικές «γυναικοκτονίες».
Η Caroline δυστυχώς δεν μένει πια εδώ.
Άφησε πίσω μητέρα, πατέρα, ίσως λοιπούς συγγενείς και φίλους, κι ένα μικρό κοριτσάκι. Η Caroline μόλις ξεκινούσε τη ζωή μέσα από τη δική της οικογένεια.
Ταλαιπωρήθηκε πολύ μέχρι να έρθει αυτό το κοριτσάκι στη ζωή. Κανένας μας δεν έχει αμφιβολία πια τί πέρασε και πόσο το αγαπούσε…
Για εμάς λοιπόν, αυτό το μικρό κοριτσάκι πρέπει να ζήσει στην Αλόννησο με τη γιαγιά και τον παππού του. Για να του μιλάνε κάθε μέρα για τη μαμά του και πόσο λαχταρούσε να το κρατήσει αγκαλιά. Αλλάζοντας ίσως λίγο τον τρόπο που πέθανε. Και να σβήσουν κάθε στενάχωρη και βίαιη σκέψη που θα αφορά το τέρας–πατέρα του, με το αγγελικό πρόσωπο και το επαγγελματικό πρεστίζ.
Η επιλογή της υιοθεσίας από μια εντελώς άλλη οικογένεια είναι παρακινδυνευμένη. Όσο δε θέλουμε όλοι να έχει το παιδάκι κάποια σχέση και επαφή με τον «στοργικό πατέρα», άλλο τόσο θέλουμε να θυμάται τη μητέρα του. Τη ρίζα του. Αυτήν που το έφερε στον κόσμο.
Αιωνία της η μνήμη. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τη σκέπασε.
Κι ας είναι η παραδειγματική καταδίκη του τέρατος, η αρχή για να μην υπάρξουν άλλες δολοφονίες στο μέλλον. Ούτε καν ως φευγαλέα σκέψη.
Αν (και) αυτός ο νάρκισσος, ψυχοπαθής δολοφόνος με διεστραμμένες σεξουαλικές ιδιαιτερότητες, μείνει μέσα έστω κι ένα κλάσμα του προβλεπόμενου χρόνου φυλάκισης και μετά τον αφήσουν ελεύθερο και πάει και βρει το παιδί, μην ψάξει κανείς να βρει αιτίες για ό,τι συμβεί από ‘ κει και πέρα. Αιτία θα είναι πάντα η έλλειψη αίσθησης τιμωρίας.