Ολιγόπιστε, γιατί εδίστασες;

Πνευματικές παγίδες της επιθυμίας και η παιδαγωγία του Θεού

Πολλές φορές, μέσα στον προσωπικό μας αγώνα, ζητάμε από τον Θεό πράγματα που ξεπερνούν τα μέτρα μας — πράγματα υπερφίαλα, ξένα προς τον χαρακτήρα μας, ακόμη και αφύσικα για τη φύση μας. Ζητάμε όχι αυτό που χρειάζεται η ψυχή μας, αλλά αυτό που επιθυμεί ο νους και η καρδιά μας, συχνά χωρίς διάκριση.

Και όμως, ο Θεός —μέσα στην άπειρη φιλανθρωπία Του— δεν μας απορρίπτει. Όπως λέει ο Ψαλμωδός:

«Ἐπιθυμίαν τῆς καρδίας αὐτοῦ ἔδωκας αὐτῷ» (Ψαλμ. 19,3).

Μας δίνει αυτό που ποθήσαμε, όχι για να μας ικανοποιήσει εγωιστικά, αλλά για να μας παιδαγωγήσει πατρικά. Μας επιτρέπει να ζήσουμε αυτό που ζητήσαμε, ακόμη κι αν Εκείνος γνωρίζει πως δεν ήταν για εμάς.

Όμως, τη στιγμή που το λαμβάνουμε, που ζούμε αυτό που ποθήσαμε, μας κυριεύει η αμφιβολία. Ο λογισμός μας σκοτίζει την καρδιά. Ξεχνάμε ποιος μας το χάρισε. Αρχίζουμε να φοβόμαστε, να λυγίζουμε, να πισωγυρίζουμε. Και τότε αποκαλύπτεται η αδυναμία μας: η πίστη μας ήταν επιφανειακή. Ζητήσαμε «με το στόμα» αλλά δεν πιστέψαμε «με την καρδιά» (βλ. Ρωμ. 10,10).

Είμαστε σαν τον Πέτρο. Εκείνον τον Πέτρο, τον πριν την Πεντηκοστή, τον πριν τη Χάρη.

Ο παρορμητικός ψαράς, που με θάρρος φώναξε:

«Κύριε, ἐὰν σὺ εἶ, κέλευσόν με ἐλθεῖν πρὸς σὲ ἐπὶ τὰ ὕδατα» (Ματθ. 14,28).

Και ο Χριστός τού είπε:

«Ἐλθέ».

Ο Πέτρος περπάτησε πάνω στα νερά. Όπως κι εμείς, όταν ο Θεός μάς δίνει να ζήσουμε το «θαύμα» που ζητήσαμε. Μα μόλις είδε τον άνεμο και το κύμα, φοβήθηκε· κι άρχισε να βυθίζεται.

Και τότε, φώναξε:

«Κύριε, σῶσόν με» (Ματθ. 14,30).

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στη δική μας πορεία. Ο Θεός μάς αφήνει να περπατήσουμε στο αδύνατο, στο απίστευτο —στο νερό—, όχι γιατί μας το οφείλει, αλλά για να δει πόσο θα σταθούμε στην πίστη. Μας παιδαγωγεί με τη συγκατάβασή Του. Μας καθοδηγεί, ακόμη κι όταν το αίτημά μας δεν είναι απόλυτα σύμφωνο με το θέλημά Του, ώστε να μάθουμε μέσα από την εμπειρία.

Και όταν φοβηθούμε, όταν αμφιβάλουμε, όταν βυθιστούμε, Εκείνος δεν αποσύρεται. Εκείνος απλώνει το χέρι.

«Καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ» (Ματθ. 14,31).

Πάντα είναι εκεί. Πάντα μάς σώζει. Αρκεί να Τον επικαλεστούμε με ειλικρίνεια, όπως λέει ο Προφήτης:

«Πᾶς ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Ιωήλ 3,5 · βλ. και Πράξ. 2,21 · Ρωμ. 10,13).

Μα η σωτηρία αυτή δεν έρχεται χωρίς έλεγχο. Ο έλεγχος δεν είναι απόρριψη. Είναι χάρη. Είναι η φωνή του Διδασκάλου που θεραπεύει την καρδιά μας:

«Ὀλιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας;» (Ματθ. 14,31).

Δεν μάς απορρίπτει. Δεν μάς εγκαταλείπει. Αλλά μάς βοηθά να δούμε ποιοι είμαστε χωρίς Εκείνον και ποιοι μπορούμε να γίνουμε με Εκείνον.

Ας έχουμε τα μάτια μας στον Χριστό. Όχι μόνο όταν περπατάμε πάνω στο νερό, αλλά κυρίως όταν το κύμα σηκώνεται. Ας μη μάς φοβίζει το μέγεθος της επιθυμίας μας ή η αστάθεια της φύσης μας.

Ας φοβηθούμε μόνο την απιστία.

Και όταν πέσουμε, ας θυμόμαστε:

Το χέρι Του είναι πάντα απλωμένο.

Αρκεί να φωνάξουμε —από τα βάθη της καρδιάς—:

«Κύριε, σώσε με!»

Περισσότερα απο

Τάσος Μαλεσιάδας

Είμαστε

ΠΑΝΤΟΥ