Ειρήνη Μουρτζούκου: Η Πτώση

Μια κοινωνία που πίστεψε ένα επικίνδυνο αφήγημα

Για μήνες, η Ειρήνη Μουρτζούκου βρισκόταν παντού. Σε κάθε τηλεοπτικό πάνελ, σε κάθε δελτίο ειδήσεων, σε κάθε χρονολόγιο. Ένα αγγελικό πρόσωπο, μια φωνή που έτρεμε από συγκίνηση, μια μητέρα που φαινόταν να κουβαλά έναν σταυρό βαρύ και αβάσταχτο. Μιλούσε για τον πόνο, για την πίστη της στον Θεό, για τις αδικίες της μοίρας. Και ο κόσμος την πίστευε. Την αγκάλιαζε. Την έκανε σύμβολο.

Η εικόνα της είχε κάτι σχεδόν υποβλητικό. Ένα μείγμα παιδικότητας και τραγωδίας. Ήταν πάντα πρόθυμη να μιλήσει, να κλάψει on camera, να αναζητήσει “δικαίωση” μπροστά στο φακό. Τα media την αποθέωναν. Ήταν καλεσμένη πιο συχνά κι από τους ίδιους τους δημοσιογράφους. Μια πρωταγωνίστρια σε ριάλιτι που υποδυόταν τη ζωή.

Και κάπου εκεί ξεχάσαμε να ρωτήσουμε. Να αμφισβητήσουμε. Να παρατηρήσουμε.

Γιατί πίσω από τη δραματική αφήγηση, παιδιά πέθαιναν. Τέσσερα μωρά. Θάνατοι που περνούσαν σχεδόν απαρατήρητοι, λες και ήταν “κάτι που συμβαίνει”. Όποιος τολμούσε να θέσει ερωτήματα, κατηγορούνταν για αναλγησία. Όποιος ένιωθε μια αμηχανία απέναντι στο «δράμα», στιγματιζόταν ως άκαρδος. Έτσι, το αφήγημα συνέχιζε, ασταμάτητο, χωρίς αντίλογο. Μέχρι που έσκασε η αλήθεια.

Σήμερα, η Μουρτζούκου κατηγορείται (και ομολόγησε!) για τη δολοφονία τεσσάρων βρεφών και για απόπειρα ανθρωποκτονίας μιας γυναίκας. Όχι από φήμες. Όχι από κουτσομπολιά. Από ιατροδικαστικά πορίσματα. Από μαρτυρίες. Από αστυνομικές έρευνες. Ογδόντα καταθέσεις. Ψυχολόγοι, εγκληματολόγοι, παιδίατροι. Όλοι καταρρίπτουν ό,τι με τόσο κόπο χτίστηκε στις οθόνες μας.

Και τώρα, η γυναίκα που μιλούσε για αξίες και ηθική, απολογείται — όχι στο κοινό της, αλλά στη Δικαιοσύνη. Εκεί όπου δεν υπάρχει μοντάζ, δεν υπάρχουν ευνοϊκά πλάνα. Εκεί όπου η αλήθεια δεν χαρίζεται.

Αυτό που εξοργίζει περισσότερο δεν είναι μόνο οι πράξεις που της αποδίδονται. Είναι το πώς τις κάλυψαν. Το πώς συμμετείχαν όλοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Τα μέσα δεν την απλώς την πρόβαλαν — την ανέδειξαν. Της έδωσαν λόγο, χώρο και εξουσία. Την προστάτεψαν από την κριτική. Της επέτρεψαν να μετατρέψει τον πόνο (τον υποτιθέμενο πόνο) σε αφήγημα. Σε προϊόν.

Το κοινό, καθισμένο στις οθόνες του, την παρακολουθούσε. Έκλαιγε μαζί της. Τη συμπονούσε. Δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή τα ίδια τα παιδιά. Δεν στάθηκε δίπλα στις οικογένειες που μπορεί να έβλεπαν την ίδια στιγμή τα πρόσωπα των νεκρών παιδιών τους να σβήνονται πίσω από το τηλεοπτικό “σόου”.

Δε μιλάμε απλώς για μια «ακραία περίπτωση». Μιλάμε για ένα συλλογικό λάθος. Για μια κοινωνία που έχασε το μέτρο. Που μπέρδεψε τη συγκίνηση με την αλήθεια. Που θεοποίησε έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή ήξερε να χειρίζεται την κάμερα.

Το κακό δεν φορά πάντα κουκούλα. Δεν φωνάζει, δεν βρίζει. Μπορεί να μιλά ήρεμα. Να σταυροκοπιέται. Να φαίνεται ευσεβές. Αλλά η πράξη είναι που μετρά. Κι εκεί πρέπει να στραφεί η προσοχή μας.

Φτάνει πια με τις ψευδο-αναλύσεις περί «τραυματικής παιδικής ηλικίας» ή «ευάλωτης ψυχολογίας». Πολλοί άνθρωποι έχουν υποφέρει στη ζωή τους. Κι έγιναν καλύτεροι, όχι φονιάδες. Η δυστυχία δεν είναι άλλοθι.

Αν η Μουρτζούκου είναι ένοχη, δεν της χρωστάμε κατανόηση. Της χρωστάμε δικαιοσύνη. Για για τα παιδιά που δεν θα μεγαλώσουν ποτέ. Για την εμπιστοσύνη που χάθηκε. Για τις φωνές που δεν ακούστηκαν.

Και κάτι ακόμα: Ας σταματήσουμε να βαφτίζουμε την χειραγώγηση ως αυθεντικότητα. Ας μάθουμε να ξεχωρίζουμε το δάκρυ από την αλήθεια. Η τηλεόραση δεν είναι δικαστήριο. Η κοινωνία δεν πρέπει να είναι “κοινό”.

Η Δικαιοσύνη έχει τώρα μια αποστολή: να αποδείξει ότι δεν κοιμάται. Ότι προστατεύει. Ότι βλέπει πίσω από τα προσωπεία. Η απόφαση που θα έρθει δεν είναι απλώς το τέλος μιας ιστορίας. Είναι μια αρχή. Γιατί αν θέλουμε ξανά να πιστέψουμε σε κάτι αληθινό, πρέπει πρώτα να σταματήσουμε να πιστεύουμε σε ωραία ψέματα.

Για δες εδώ

Μπορεί να σε ενδιαφέρει

Είμαστε

ΠΑΝΤΟΥ