
Είναι τρομερό να βαδίζεις χρόνια πλάι σε ένα πρόσωπο, να βρίσκεσαι μες στην ζωή του, να τον ακούς, να έχεις συζητήσει και στο τέλος για σένα να μην είναι τίποτα παραπάνω από μία αντικειμενική αξία, κάτι το οποίο έχει ένα αντίτιμο. Μία υπόσταση που μέσα σου, τελικά, συναντά μία υλική διάσταση και ανταμοιβή· κάτι που δεν σε άγγιξε, ουσιαστικά, ποτέ.
Ο Ιούδας γνώριζε την τιμή οπουδήποτε αντικειμένου βρισκόταν δίπλα του. Ακόμα και του ίδιου του Χριστού, που μες στην κοσμοθεωρία του άξιζε τριάντα αργύρια. Γνώριζε πολύ καλά πώς θα έχει κέρδος από κάθε του πράξη. Και η πράξη της προδοσίας δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μία πράξη κέρδους.
Και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης εισήλθε στην ιστορία ως προδότης, κλέφτης και ένας άνθρωπος τόσο τραγικά ρηχός που κοστολόγησε τον Θεό χωρίς να μπορέσει να εκτιμήσει την πραγματική αξία του Προσώπου που βρισκόταν στο πλάι του. Για τον Όσκαρ Ουάιλντ θα μπορούσε ο Ιούδας να είναι ο πρώτος «κυνικός». Στην συνείδησή μας είναι απλά προδότης.
Μα πόσο μακριά βρισκόμαστε και εμείς από τον Ιούδα;
Ο Ιούδας δεν είναι απλά ένας προδότης. Είναι ένας τυφλός πνευματικά άνθρωπος, αδύναμος να συνδεθεί με τον διπλανό του, ένας χαρακτήρας κατακερματισμένος που αντικρίζει την υπόσταση μέσα από τον φακό της συνδιαλλαγής και βλέπει την ζωή μέσα από αριθμούς, συμφέροντα, κόστη και αγνοεί παντελώς την ιερότητα, την ελευθερία, την αγάπη του άλλου.
Μες στην καθημερινότητά μας συναντούμε ανθρώπους που είτε αδυνατούν να έρθουν σε επικοινωνία με το πρόσωπο του άλλου, είτε μάς αντικρίζουν ως μία στατιστική. Και, σαφέστατα, νιώθουμε άσχημα για αυτό, διότι είναι σαν να αναιρεί κάθε άλλη υπόσταση του προσώπου μας, κάθε άλλη πλευρά του εαυτού μας· σαν να μάς αποσυνδέει από την αγάπη και την επικοινωνία.

Όμως και εμείς, το πιθανότερο είναι, ότι το πράττουμε αυτό όταν θέλουμε να κερδίσουμε κάτι από κάποιον και έχουμε σχέσεις που εξυπηρετούν τους δικούς μας σκοπούς. Απλώς όταν το κάνει κάποιος άλλος μάς ενοχλεί πολύ περισσότερο από όταν το πράττουμε εμείς οι ίδιοι. Και αυτό έχει να κάνει με τον τρομερό εγωισμό που έχουμε μέσα μας. Δικαιολογούμε, μονίμως, τον εαυτό μας, χρησιμοποιώντας ευφάνταστες δικαιολογίες και κατακρίνουμε αμέσως τον άλλον μη αναγνωρίζοντάς του κανένα ελαφρυντικό.
Ο Ιούδας – και εμείς – απογυμνωνόμαστε από κάθε πνευματικό αισθητήριο. Τα τριάντα αργύριά του τα κερδίζει με το αίμα του Χριστού. Τις επιδιώξεις μας τις κερδίζουμε με το να μπορέσουμε να πατήσουμε πάνω στον άλλον. Και αν δεν έχουμε και κυριολεκτικά το αίμα του, το έχουμε μεταφορικά. Τον σταυρώνουμε κάθε μέρα.
Αυτό είναι το μείζον ζήτημα. Τα μάτια μας δεν είναι μάτια αγάπης, πιότερο μοιάζουν με ζύγι στην αγορά που μετράει τον άλλον απ’ άκρη σ’ άκρη. Και έτσι γινόμαστε και εμείς τόσο τυφλοί όσο ήταν ο Ιούδας· είδε πόρνες να συγχωρούνται, νεκρούς να ανασταίνονται, χωλούς να περπατούν και τυφλούς εκ γενετής να βλέπουν· μα όλα αυτά μες στο μυαλό του κοστολογήθηκαν τριάντα αργύρια.
Εκείνος τυφλός έμεινε ακόμα και όταν κατάλαβε την πράξη του. Τυφλός έμεινε όταν δεν ζήτησε μετάνοια. Τυφλός έμεινε όταν αυτοκτόνησε. Ο θάνατος του Ιούδα δεν ήταν ένας απλά βιολογικός θάνατος· ήταν ένας θάνατος βαθιά υπαρξιακός, απελπιστικός, σκοτεινός.
Μία ύπαρξη που έζησε δίπλα στην Αγάπη, πέθανε μες στην ζοφώδη απελπισία. Είχε ζυγίσει στην ζωή του τα πάντα· γνώριζε την τιμή των πάντων, αλλά την αξία της αγάπης και της συγχώρεσης, δεν μπόρεσε να την καταλάβει ποτέ.
Ας δείχνουμε μετάνοια. Ας μην απελπιζόμαστε, διότι το ίδιο εκείνο πρωινό που ο Ιούδας τυφλός έψαχνε να βρει τον τρόπο να δώσει τέρμα στην ζωή του, ο Πέτρος που είχε προδώσει την αγάπη του Χριστού, έδειχνε τη μετάνοιά του και λάμβανε την Χάρη και την συγχώρεση, και ξεκινούσε την νέα του ζωή. Εκείνη που θα τον καταξίωνε έτι περισσότερο στα μάτια του Θεού. Εκείνη που ο Θεός είχε εξαρχής διαλέξει για εκείνον, μόνο που χωρίς την δική μας μετάνοια, ο ίδιος ο Θεός δεν θα μάς αναγκάσει να υπακούσουμε στο κάλεσμά Του














