
«Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;»
Ρωμ. η’, 35
Θεωρώ πως μία από τις μεγαλύτερες πληγές που κακοφορμίζει τα σώματά μας και τις ψυχές μας είναι η αντίληψη ενός δικανικού Θεού, ενός Θεού που αποζητά από εμάς μονάχα την δικαίωση. Πώς είναι δυνατόν ο Θεός να ζητά δικαίωση από εμάς; Είμαστε κτίσματά Του και παιδιά Του.
Δεν είναι ο Θεός ένας πατέρας όπως τον έχουν πλάσει τα δικά μας μυαλά και οι δικές μας καρδιές αντιλαμβάνονται. Γενικά πρέπει να πάψουμε να έχουμε και τόση εμπιστοσύνη σε όλα εκείνα που με την πρώτη ματιά και ευκολία αντιλαμβανόμαστε. Ο Θεός είναι ο Πατέρας.
Δεν έχει τα ελαττώματα των γονιών μας· ούτε μιλάει με την φωνή τους. Ούτε πιστεύει σε ηθικά σχήματα διαμορφωμένα σε αποστειρωμένα περιβάλλοντα. Δεν είναι κανείς πιστός στον Θεό για να είναι ένα «καλό παιδί». Δεν έχει ανάγκη ο Θεός για «καλά παιδιά». Δεν έχει ανάγκες ο Θεός. Το θέλημά Του είναι να είμαστε άνθρωποι αγάπης.
Δεν λέω πως οι κοινωνικοί κανόνες και πως οι νόμοι και οι διάφορες διατάξεις δεν έχουν την ιστορική τους σημασία· θα ήταν τελείως παιδαριώδες να υποθέσω πως μια κοινωνία δεν χρειάζεται νόμους και κανόνες για να συγκροτηθεί και να διατηρήσει την συνοχή της. Ούτε τίθεται προς συζήτησιν το ζήτημα της ηθικής μες στις ανθρώπινες σχέσεις· η ειλικρίνεια, ο σεβασμός.
Ούτε αναιρώ την σημασία των εκκλησιαστικών και πνευματικών κανόνων. Χρειάζεται, απόλυτα δικαιολογημένα, μία ευταξία και στα πνευματικά πράγματα, στην διδασκαλία και στην εν γένει πνευματική ζωή.

Όμως, πού βρίσκεται η αγάπη του Θεού μέσα σε όλα αυτά τα έξωθεν διαμορφωμένα ηθικά πλαίσια; Σε ποια κανονιστική ηθική, εργαλειοποιημένη κατά το δοκούν από ομάδες ανθρώπων, δόγματα, ιδεολογίες, παρατάξεις, μπορεί να χωρέσει η αγάπη του Θεού; Πώς είναι δυνατόν να λησμονούμε αυτά που γράφει ο Απόστολος Παύλος και πώς μπορούμε να λησμονήσουμε ότι η αγάπη του Θεού γίνεται βίωμα μέσα από την ελευθερία και την Χάρη;
Μήπως προσπαθούμε να είμαστε «σωστοί» για να μάς αγαπήσει ο Θεός; Ο Θεός μάς αγαπάει ως έχουμε. Σταυρώθηκε για εμάς. Μήπως γεμίζουμε ενοχές από πράγματα τα οποία είναι ξένα με την αγάπη του Θεού, ξένα με όσα Εκείνος μάς έδωσε, μάς δίδαξε, με όσα Εκείνος φώτισε τους Αποστόλους του να μάς διδάξουν; Ο ίδιος ο Παύλος αναφέρει ότι δεν σωζόμαστε επειδή είμαστε σωστοί, αλλά επειδή Αυτός σταυρώθηκε για εσένα (Ρωμ, ε’,8).
Ο χριστιανισμός για πολλά χρόνια, δυστυχώς, αποτελεί για πολλούς, ένα φολκλορικό στοιχείο μίας λαογραφικής αποτύπωσης της κοινωνίας μας. Κάτι που εκφράζει ένα μέρος της ζωής μας, και αυτό με θολά, δυσδιάκριτα γράμματα, σε μία γλώσσα που δεν την πολυκαταλαβαίνουμε, με ανθρώπους που φορούν ρούχα που δεν τα συναντάμε και αλλού.
Και αυτό συμβαίνει γιατί χάσαμε την προσήλωσή μας στην ουσία του μηνύματος, της διδασκαλίας, και επιτρέψαμε να αγαπήσουμε τον αιώνα αυτό, όπως ο Δημάς, ο άλλοτε συνοδοιπόρος του Αποστόλου Παύλου (Β’ Τιμ, δ’ , 10).
Ο χριστιανισμός δεν είναι μία ιδέα, ένα μοτίβο, ένα σύνολο πράξεων· είναι ο εσταυρωμένος μας Χριστός. Το πρόσωπό Του, η αγάπη Του, το αίμα Του, η θυσία Του. Και είναι μία αγάπη, μια κοινωνία, μία σχέση που όταν την αντιληφθείς σε αλλάζει για πάντα.
Τι, λοιπόν, μπορεί να σε χωρίσει από την αγάπη του Χριστού;














