25 Χρόνια Braveheart

Μια ταινία ελεγεία του ανθρώπου έναντι των βαρβάρων καταπιεστών

In the year of our Lord 1995…ο Κόσμος είδε το BRAVEHEART, το ιστορικό έπος-ορόσημο του Μελ Γκίμπσον. το Πάθος ενός σκηνοθέτη, μια πρωτόγνωρη κινηματογραφική αποτύπωση για την αγάπη, την οικογένεια, την καταπίεση, την απώλεια, την αδικία, το καθήκον, την Πατρίδα, την θυσία, το Μεγαλείο.

Ένα  έργο-κατάθεση αληθινού συναισθήματος, δοσμένο μέσα από ένα θεϊκό soundtrack του J.Horner, καθώς και στυγνή αποτύπωση της σάπιας πλευράς της ανθρώπινης ψυχής. Το Braveheart είναι ένα από λίγα φιλμ που θα θυμόμαστε σε 50 χρόνια, ένα έργο κλασικό που θα πάρει την θέση που του αρμόζει στον κινηματογραφικό Γαλαξία.


Οι θεατές των 90s που είχαν συνηθίσει γκανγκστερικά έπη όπως το “Goodfellas” (1990) του Scorsese ή σε εκθαμβωτικά blockbusters επιστημονικής φαντασίας όπως ο “Εξολοθρευτής 2” (1991), ή είχαν μάθει σε  ψυχολογικά θρίλερ όπως η “Σιωπή των Αμνών” ή και απολογητικές μελέτες του Γουέστερν όπως οι “Ασυγχώρητοι” του Κλιντ Ίστγουντ και γενικά σε ιστορίες πεζής καθημερινότητας και κοινωνικών θεμάτων όπως το “Philadelphia” με Tom Hanks ή δραμεντί αμερικανικές Οδύσσειες όπως το “Forrest Gump” (1994) πάλι με Tom Hanks, έμειναν άφωνοι από το επικό υπερθέαμα από μια άλλη εποχή, που τους παρουσίασε ο έως τότε μονοδιάστατος action σuperstar Mel Gibson του Mad Max και των Lethal Weapon.


Βέβαια στην αρχή της δεκαετίας είχαμε ένα άλλο ρομαντικό ιστορικό έπος το “Dances With Wolves” (1990) του Κέβιν Κόστνερ, που είχε επίσης διπλό ρόλο σκηνοθέτη-πρωταγωνιστή. Μπορεί κανείς να πει ότι ήταν πρόδρομος του Braveheart, καθότι μοιράζονται κοινά tropes, φοβερή φωτογραφία, επικολυρική μουσικάρα, παλαιομοδίτικη σκηνοθεσία κλασικού Χόλιγουντ κ.α. Όπως πρόδρομος του υπήρξε και το “Last of the Mohicans” (1992), που επίσης μοιράζεται κοινά στοιχεία με Braveheart ειδικά σε ότι έχει να κάνει με τη μουσική και τις σκηνές των μαχών, αν και ο Γκίμπσον τέντωσε τα πάντα στο 11 (eleven) και επανεφηύρε το ιστορικό έπος, συνδυάζοντας την ευαίσθητη ενδοσκόπηση στους χαρακτήρες και ρομαντική κινηματογράφηση του Peter Weir, που τον σκηνοθέτησε στο “Gallipoli” (1981), την σαιξπηρική θεατρική αρτιότητα και σεναριακή στρουκτούρα  του Franco Zeffirelli, την φρενήρη alpha male βία και δράση και στυλ κινηματογράφησης των George Miller και Richard Donner που τον σκηνοθέτησαν σε Mad Max και Φονικά Όπλα αντίστοιχα. Όλοι αυτοί ήταν η κινηματογραφική σχολή του και αυτοί οι οποίοι συμμετείχαν στη δημιουργία ενός σύγχρονου Θρύλου του Σινεμά.

 Το Ιστορικό Έπος ήταν ένα επί δεκαετίες “πεθαμένο” είδος και του έδωσε  μια μεταμοντέρνα σκηνοθετική οπτική και πνοή, όπου η στυγνή ρεαλιστική βία συνάντα τον Ρομαντισμό του Μεσαίωνα. Το Braveheart είναι μια ταινία ελεγεία της Σκωτσέζικης Ανεξαρτησίας και της Ελευθερίας, του ανθρώπου έναντι των βαρβάρων καταπιεστών, σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι “υπάγονταν” σε Φεουδάρχες και η ζωή τους εξαρτιόταν από τα συμφέροντα τους και η έννοια πολιτικής ελευθερίας άνηκε στην σφαίρα της φαντασίας. Σε μια εποχή πριν τον Ουμανισμό, την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, βυθισμένη στο σκοτάδι του Μεσαίωνα. Ο Γκίμπσον πατώντας σε τίποτα άλλο, παρά σε ένα ποίημα για κάποιον ήρωα Wallace, μια απλή υποσημείωση της παγκόσμιας ιστορίας σε σχέση με άλλους και σε σενάριο -μεσαιωνικό παραμύθι- του Randal Wallace (μακρινού απογόνου του ήρωα), σκηνοθέτησε ο ίδιος σχεδόν για πρώτη φορά, ένα πραγματικό αριστούργημα.


Από το πρώτο πλάνο έως τους τίτλους τέλους το φιλμ ξεχειλίζει από πανέμορφες λυρικό-επικές στιγμές, γυρισμένες με απίστευτη φωτογραφία/κινηματογράφηση, βουτηγμένο στην μαγευτική μουσική του James Horner (RIP), η οποία αποθεώνει τις στιγμές της ταινίας και  σε μεταφέρει στον Σκωτσέζικο Μεσαίωνα, με τα πάμπολλα ethnic στοιχεία της και πιάνει άλλοτε την τρυφερή εξιδανικευμένη αγάπη της Ιδανικής αγαπημένης των Μεσαιωνικών λυρικών ποιημάτων και άλλοτε την εκρηκτική βαρβαρότητα της εποχής άλλα και τον ιδεαλιστικό ηρωισμό, στον όποιο ο πιτσιρικάς Wallace εκών άκων “εντρυφά”, έπειτα από την πολλαπλή κακοποίηση και καταπίεση από το τυραννικό καθεστώς της Αγγλικής Μοναρχίας του Πλανταγενέτη Εδουάρδου Α’ του Μακρυπόδη ή Μακροσκελούς (Longshanks αγγλιστί), που δέχεται αυτός και οι συμπατριώτες του. Με αποκορύφωμα, την αναίτια και απρόκλητη εκτέλεση της αιώνιας αγαπημένης του και τότε ξεσπά σε ένα αέναο, ώμο και ηρωικό μένος ενάντια στους βασανιστές αλλά και στους συμφεροντολόγους Ευγενείς κοτζαμπάσηδες της Σκωτίας, εμπνέοντας ,απέναντι σε απίστευτες πιθανότητες.


Το Βraveheart είναι ένα έργο περασμένων εποχών. Μια πανανθρώπινη ιστορία, ένα έργο ενηλικίωσης, χειραφέτησης και πραγμάτωσης του πραγματικού Ανδρισμού και του πραγματικού Πατριωτισμού, ως οι ύψιστες αξίες  που είναι, στην πλέον αγνή και ανιδιοτελή τους μορφή. Οι οποίες δημιουργούν την ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ, την ίδια την Ιστορία, την ίδια την Ελευθερία, τα Κράτη-Έθνη, την ίδια την συνέχεια του κόσμου και συμβολίζονται με μια μεταφυσική χροιά στο πρόσωπο της αδικοχαμένης αγαπημένης, η οποία “παρηγορεί” τον βασανισμένο ήρωα λίγο πριν το τέλος.


Πραγματικό κινηματογραφικό μεγαλείο του Κλασικού, με έναν Μελ Γκίμπσον, που όσοι δεν είχαμε δει τον “Hamlet” (1990), εκπλαγήκαμε με τις υποκριτικές του δυνατότητες (στο ρόλο της ζωής του), να αποπνέει άλλοτε μεγαλείο και άλλοτε ευαισθησία και να γίνεται ένας πραγματικός alpha male Πατριαρχικός Ήρωας. Υποτιμήθηκε ο ρόλος του, άξιζε μέχρι και Oscar, όπως και όλοι οι δεύτεροι ρόλοι με κορυφαίο τον υπέροχα σατανικό Μακρυπόδη από τον εκπληκτικό και παραγνωρισμένο Patrick Mcgoohan, ο οποίος παρουσιάζει την σάπια πλευρά της ανθρώπινης φύσης και της εγωιστικής στυγνής Εξουσίας, όπως και ο εκφυλισμένος γιος του.


O Γκίμπσον έκανε στο είδος του Ιστορικού έπους ότι ο Christopher Nolan στο είδος των Comic book ταινιών, το ανανέωσε και το εκμοντέρνισε, δίνοντας του καλλιτεχνική βαρύτητα και αξία σε σημείο να φτάσει στα Oscars. Η ταινία  βραβεύτηκε με 5 βραβεία Oscar (και λίγα ήταν). Η θεσπέσια μουσική του Horner δεν πήρε, πράγμα απαράδεκτο και σκανδαλώδες, καθότι είχε διπλή υποψηφιότητα και για “Apollo 13” (1995) και ίσως διχάστηκαν οι τα μέλη της Ακαδημίας.


Mε τις μετέπειτα ταινίες του ο Γκίμπσον, πήγε ένα βήμα παραπέρα με την χρήση αυθεντικών διαλέκτων, δίνοντας μια συγκλονιστική ρεαλιστική οπτική, σχεδόν ιταλικού νεορεαλισμού σε ιστορικά έπη, απίστευτο ρίσκο και πραγματικό μεγαλείο ενός τεράστιου σύγχρονου δημιουργού, ενός μεγάλου auteur που παράγει όχι απλές ταινίες, αλλά εμπειρίες για το συλλογικό ασυνείδητο, δημόσια συλλογικά όνειρα ή εφιάλτες (ανάλογα), ένα διαμοιρασμό των ψυχικών του διαδρομών με το κοινό όπως τονίζει και ο ίδιος.

Οι μάχες ήταν μια καινοτομία για την εποχή. Το αίμα στο φακό ήταν σχετικά πρωτότυπο για το είδος και το κόπιαραν πολλοί, στυλιζαρισμένες γρήγορες, “γεμάτες”, τρομαχτικές, χορογραφημένες από χιλιάδες extras, από  πειθαρχημένους πραγματικούς στρατιώτες από Ιρλανδία, όπου έγιναν τα γυρίσματα , που σε πωρώνουν και σε βάζουν μέσα στην μεσαιωνική μάχη σαν σε ποδοσφαιρικό ματς.


Πριν τον Μονομάχο, πριν τον Ραϊαν, πριν τον Τελευταίο Σαμουράι, πριν τους 300,  εν έτει  1995, ήταν απαρχή του στυλ του Γκίμπσον που συνέχισε στο επίσης εκπληκτικό “Apocalypto” και κατόρθωσε το απίστευτο στο “Hacksaw Ridge” (2016), να επαναλάβει αυτή την ρεαλιστική αλλά και φρενήρη αίσθηση της μάχης αυτή την φορά σε σκηνικό μοντέρνου πολέμου στην απόβαση στην Okinawa το 1945 στο Β΄Παγκόσμιο πόλεμο. Δεν το περίμενα πότε ότι θα ένιωθα το ίδιο βλέποντας μια μοντέρνα μάχη, όπου λείπει κατά κανόνα η μάχη εκ του σύνεγγυς με μεσαιωνικά όπλα, σπαθιά, τσεκούρια, μασέτες, τσάπες και αλλά διάφορα, με κεφάλια να σπάνε σαν καρπούζια με το claymore, χέρια, πόδια να φεύγουν δεξιά αριστερά, με ξεκοιλιάσματα , ανασκολοπισμούς, ευνουχισμούς, ακρωτηριασμούς, με αίμα να πετάγεται στο φακό σαν σε ταινία θρίλερ και γενικά το πιο πρωτόγονο και κτηνώδες, αλλά και πιο αντρίκειο μακελειό της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα χωρίς πυραύλους Cruise και drones…

Πολλές ταινίες κόπιαραν αυτό το στυλ παίρνοντας σχεδόν αυτούσιο το τεχνικό επιτελείο του Braveheart όπως τα “Last Samurai” (2003) και “Alexander” (2004).


Πρόκειται για την τελεία ταινία του είδους της σε όλα τα επίπεδα, ελπίζω να μην αναλωθείτε, όσοι την πρωτοδείτε ή ξαναεπισκεφτείτε, στην ηλιθιότητα και την κατασυκοφάντηση περί ιστορικής ακριβείας που βλέπω να φέρνουν ως επιχείρημα ορισμένοι haters του Γκίμπσον και “ιστοριόκαβλοι” history buffs –φυτούκλες- (κυρίως πονεμένοι, Άγγλοι, Soy αριστερούληδες ή όλα αυτά μαζί)…

Η ουσία είναι ότι ένας έως τότε επιφανειακός action star με αμφισβητούμενο ψυχισμό, ιδεοληψίες και θρησκοληψία κατάφερε και επανεφηύρε το πεθαμένο genre του ιστορικού (ιστορικοφανούς) έπους και παρέδωσε ένα timeless κλασικό αριστούργημα, κινηματογραφικό κομψοτέχνημα, ένα tour de force ύμνο στην Αντίσταση, στον ατομικό αλλά  και εθνικό Αγώνα απέναντι σε κάθε είδους δυνάστη, στην Αγάπη, την Οικογένεια, την Παράδοση, το Καθήκον, την Ελευθερία για την οποία πρέπει να πολεμήσουν οι πεινασμένοι και ελάχιστοι Σκωτσέζοι ενάντια στην υπεροπλία των Άγγλων. Λογικό ήταν οι Σκώτοι φελάχοι να αναρωτηθούν, αν αξίζει να πολεμήσουν με τόσο δυσμενείς πιθανότητες, για χάρη των τσιφλικάδων πολιτικάντηδων της εποχής, όμως ο βασανισμένος από την αγγλική επιβολή πατριώτης Wallace τους εμψυχώνει με τον σπουδαιότερο λόγο προετοιμασίας στην ιστορία του Σινεμά, με τα επιχειρήματα της προσωπικής δόξας ή ντροπής (ανάλογα) αλλά βασικά της ίδιας της  ανδρικής τους τιμής σε ένα υποσυνείδητο επίπεδο, δηλαδή του διλήμματος μεταξύ της μόνιμης καταπίεσης και δουλοπρέπειας ή της θυσίας για ιδεώδη που ξεπερνούν τον ατομικισμό και υλισμό και επεκτείνονται στο κλέος της αιωνιότητας.


Οι σκηνοθετικές δουλειές του Γκίμπσον δυστυχώς ξεφεύγουν από απλή κινηματογραφική κριτική και γίνονται πεδία πολίτικης αντιπαράθεσης από πονεμένους beta males συνήθως αριστερoύληδες, ειδικά οι ταινίες εποχής του, που είναι ουσιαστικά συγκεκαλυμμένες παραβολές πανανθρώπινων ιστοριών και διαφόρων ιδεοληψιών και προσωπικών απωθημένων του ίδιου του Γκίμπσον. Όμως ο άτιμος, τις μεταφέρει με τόσο γεμάτο τρόπο και παραμένει ένας από τους τελευταίους που ακόμα κάνει Old School Cinema.

Στο Braveheart κατηγορήθηκε για Anglophobia , διότι δήθεν δαιμονοποιεί μονοδιάστατα τους Άγγλους αν και ουσιαστικά δαιμονοποιεί το Αγγλικό Στέμμα, που -εδω που τα λέμε- έκανε ουκ ολίγα εγκλήματα στην ιμπεριαλιστική του ιστορία, με τελευταίο παράδειγμα τις κρεμάλες των αγωνιστών της ΕΟΚΑ στην  Κύπρο.

Είδα και το “Outlaw King” (2018) “meh”…τέτοιες ταινίες μου υπενθυμίζουν σε τι κινηματογραφικό μεγαλείο έφτασε ο Μελ Γκίμπσον πριν από 25 χρόνια, σε ένα πολύ δύσκολο είδος ταινιών, που μας έδωσε ένα ολόκληρο κύμα επικών ταινιών λόγω της επίδρασης του στην μαζική κουλτούρα όπως “Gladiator” (2000),  “The Patriot” (2000), “Last Samurai” (2003) , “300” (2006), “Troy” (2004), “Alexander” (2004) , “Kingdom of Heaven” (2005)  κ.α.


Σε οτιδήποτε κι αν σκηνοθέτησε ο μέγας Μελ Γκίμπσον είναι μοναδικός. Σε κτυπάει κάτω στην συγκίνηση και στο συναίσθημα, χωρίς να πέφτει σε αφόρητους μελοδραματισμούς και αργά ανούσια βασανιστικά πλάνα. Είναι ένας αριστοτέχνης Μaster του Σινεμά, είτε στο επικό Braveheart, είτε στα συγκλονιστικά “Πάθη του Χριστού”,  είτε στο αγωνιώδες και εκπληκτικό Αpocalypto, είτε στο σχετικά καινούργιο αριστούργημα του, το Hacksaw Ridge.

Μακάρι να σκηνοθετήσει κι άλλα παρόμοια Πατριαρχικά-παραδοσιοκρατικά αριστουργήματα και μακάρι και κάτι για την πλούσια Ελληνική Ιστορία.


Τελική Βαθμολογία

Για δες εδώ

Μπορεί να σε ενδιαφέρει

Είμαστε

ΠΑΝΤΟΥ