
Στέκεται εκεί, ο Στέφανος, ο διάκονος, ο πρωτομάρτυρας, με το πρόσωπό του να λάμπει σαν άγγελος (Πράξ 6:15), γεμάτος από τη φλόγα του Αγίου Πνεύματος. Μπροστά του, ένα πλήθος διχασμένο—Φαρισαίοι, Σαδδουκαίοι, ζηλωτές, πρώην και νυν μαθητές του Ιωάννη του Προδρόμου—ένα μωσαϊκό πίστης και αιρέσεων, όπως θα το περιέγραφε ο Ιώσηπος, μιλώντας για την Ιερουσαλήμ των χρόνων του Ιησού.
Όλοι τους, με τις καρδιές τους γεμάτες περηφάνια, παράδοση, φόβο. Κι εκείνος, με τη φωνή του να τρέμει από αγάπη και αλήθεια, χτυπά με χειρουργική ακρίβεια τα «νεύρα» τους: «Ο Θεός δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς» και «κάθε προφήτης διώχθηκε από τους θρησκευτικούς ανθρώπους» (Πράξ 7:48, 7:52). Τα λόγια του δεν είναι καταδίκη, αλλά κραυγή πόνου, πρόσκληση σε μετάνοια, κάλεσμα να δουν τον Θεό πέρα από τις πέτρες και την περηφάνια τους.
Ας σταθούμε, όμως, για λίγο δίπλα στον Στέφανο. Ας νιώσουμε την φωτιά της καρδιάς του, που καίει όχι για να καταστρέψει συθέμελα, αλλά για να καταυγάσει τα σκοτάδια των ανθρώπων. Ας ακούσουμε το κήρυγμά του, που ακόμα αντηχεί, σαν από μακρινή φωνή, καλώντας μας να αφήσουμε πίσω τα είδωλα της δικής μας θρησκευτικότητας και να αγκαλιάσουμε τον ζωντανό Θεό.

Ο Θεός που δεν φυλακίζεται σε ναούς
«Ὁ ὕψιστος οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ» (Πράξ 7:48). Τα λόγια του Στεφάνου πέφτουν σαν κεραυνός. Σαστιμάρα. Ο Ναός της Ιερουσαλήμ, το ιερό κέντρο του Ισραήλ, ήταν για τους Ιουδαίους το σημείο όπου ο Θεός, όντως, κατοικούσε, μες στην πλάση, μες στην ιστορία.
Μα ο Στέφανος, με δάκρυα στα μάτια και φλόγα στην ψυχή, τους θυμίζει τον λόγο του Ησαΐα: «Τίς τόπος τῆς καταπαύσεώς μου;» (Ησ 66:1). Ο Θεός δεν περιορίζεται σε τοίχους, σε πέτρες, σε τελετουργίες. Είναι ο Θεός που περπατά ανάμεσά μας, που κατοικεί στις καρδιές μας, που μας καλεί να γίνουμε «ναός τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου» (Α΄ Κορ. 6:19).
Πόσο συχνά, άραγε, χτίζουμε κι εμείς τους δικούς μας «χειροποίητους ναούς»; Τους φτιάχνουμε με τις συνήθειες μας, τις προκαταλήψεις μας, τις μικρές μας βεβαιότητες.
Κλείνουμε τον Θεό σε κουτιά, σε διαδρόμους, ακόμα και στις ελλείψεις και στο πρόσωπό μας, νομίζοντας ότι μπορούμε να Τον ελέγξουμε. Μα ο Στέφανος, με την φωνή του γεμάτη πόνο και αγάπη, μάς ικετεύει: «Αφήστε τον Θεό να είναι μεγαλύτερος από τα σχέδιά σας! Αφήστε Τον να σας αγκαλιάσει, να σας μεταμορφώσει, να σας ελευθερώσει!»
Ο πόνος της αλήθειας
«Τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν;» (Πράξ 7:52). Η φωνή του Στεφάνου σπάει καθώς λέει αυτά τα λόγια. Δεν κατηγορεί μόνο το παρελθόν, σαν μία αόρατη δύναμη και αρχή, σαν κάτι απροσδιόριστο, αλλά κοιτάζει στα μάτια το ακροατήριό του, βλέποντας την ίδια σκληροκαρδία που οδήγησε τον Μωυσή στην απόρριψη (Έξ. 32:1-6), τον Ησαΐα στο μαρτύριο, τον Ιησού στον Σταυρό. Οι προφήτες μιλούσαν την αλήθεια, και η αλήθεια, καταλαβαίνετε, πονάει. Πονάει γιατί μάς καλεί να αλλάξουμε, να αφήσουμε την άνεση της υποκρισίας, να σταθούμε γυμνοί μπροστά στον Θεό.
Ο Ιησούς είχε πει: «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ὅτι οἰκοδομεῖτε τοὺς τάφους τῶν προφητῶν» (Ματθ. 23:29). Πόσο εύκολο είναι να τιμούμε τους αγίους του παρελθόντος, ενώ κλείνουμε τα αυτιά μας στη φωνή του Θεού που μάς καλεί σήμερα! Ο Στέφανος, με δάκρυα και θάρρος, μας παρακαλεί: «Μην απορρίπτετε την αλήθεια επειδή σας ενοχλεί. Αγκαλιάστε τη, γιατί μόνο αυτή ελευθερώνει!»

Η εξ ύψους δύναμις
Η δύναμη του Στεφάνου δεν ήταν δική του. Το Άγιο Πνεύμα φώτιζε το πρόσωπό του, έκανε τη φωνή του να αντηχεί, έδινε στα λόγια του ζωή. «Ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου» (Πραξ. 6:15)—όχι γιατί ήταν τέλειος, αλλά γιατί είχε αφεθεί ολοκληρωτικά στον Θεό. Το Πνεύμα τού έδωσε το θάρρος να μιλήσει, ακόμη κι όταν ήξερε ότι τα λόγια του θα τον οδηγούσαν στον θάνατο.
Το ίδιο Πνεύμα καλεί και εμάς σήμερα. «Μὴ σβέννυτε τὸ Πνεῦμα» (Α΄ Θεσσ.5:19), μάς προτρέπει ο Παύλος. Όταν αφήνουμε το Πνεύμα να μάς οδηγεί, η καρδιά μας φλέγεται, τα λόγια μας γίνονται φως, η ζωή μας μαρτυρία. Ας αφήσουμε τη φλόγα του Στεφάνου να μάς εμπνεύσει, να μάς σηκώσει από τον φόβο, να μάς κάνει μάρτυρες της αγάπης του Χριστού.
Ο σταυρός του Στεφάνου ως αγάπη που όλα τα νικά
Το κήρυγμα του Στεφάνου τόν οδήγησε στον θάνατο. Οι πέτρες έπεφταν πάνω του, μα η καρδιά του παρέμενε ανοιχτή. «Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην» (Πράξεις 7:60), προσευχήθηκε, αντηχώντας τα λόγια του Χριστού: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23:34). Ακόμα και στον πόνο, ο Στέφανος διάλεξε την αγάπη. Ακόμα και στον θάνατο, διάλεξε την συγχώρεση.
Ο Στέφανος μάς καλεί να πάρουμε τον δικό μας σταυρό. Να μιλήσουμε την αλήθεια, ακόμα κι αν μάς κοστίσει. Να συγχωρήσουμε, ακόμα κι αν μάς πληγώνουν. Να ζήσουμε με τη φλόγα του Πνεύματος, που δεν σβήνει ούτε μπροστά στον θάνατο. Η θυσία του δεν ήταν τέλος, αλλά αρχή—ένας σπόρος που φύτρωσε μες στην Εκκλησία και ποτίστηκε με αίμα, μία φωτιά που ακόμα καίει.
Ο Στέφανος δεν κήρυξε για να καταδικάσει, αλλά για να ελευθερώσει. Με τη φωνή του γεμάτη πόνο και ελπίδα, μάς καλεί να δούμε τον Θεό πέρα από τους ναούς μας, να ακούσουμε τη φωνή Του μέσα από τους προφήτες που ίσως απορρίπτουμε, να ζήσουμε μια πίστη που δεν φοβάται τον σταυρό. Ας αφήσουμε την καρδιά μας να φλέγεται από την ίδια φωτιά—τη φωτιά του Αγίου Πνεύματος, που μεταμορφώνει, ελευθερώνει, αγαπά.
Διότι «Εἴτε οὖν ζῶμεν εἴτε ἀποθνῄσκομεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (Ρωμ. 14:8).














