SE7EN

Τώρα, αρχίζει η εποχή του μειδιάματος

Ανοίγω την τηλεόραση και βάζω στο βίντεο το SE7EN

*

Εκείνο το βράδυ έχω φάει ένα μπιφτέκι από τον Κ. Είναι από τις σπάνιες φορές που έχω την οικονομική δυνατότητα να εξασφαλίσω ένα μπιφτέκι από πραγματικό κιμά (για ανθρώπινο ούτε λόγος, ο κανόνας είναι σόγιας αν λάβετε υπόψη το γεγονός ότι ανήκω σε αυτό που ονομάζεται, στη φιλελεύθερη ουτοπία που έχει πάρει (τη) σάρκα και οστά (τίνος;), «μεσοκαστική τάξη» – με ό,τι αυτό συνεπάγεται).

Ο πόλεμος μεταξύ Ευρασίας και Ατλαντευρώπης εξακολουθεί να μαίνεται σε ένα απροσδιόριστο σημείο του αχανούς γαλαξία που έχουν καταλάβει τα δύο μεγάλα στρατόπεδα καθώς προχωρούν και επεκτείνονται προς την τεράστια μαύρη τρύπα την οποία πρώτος είχε εντοπίσει στον ορίζοντα ο Όσβαλντ Σπένγκλερ και είχε ονομάσει πολιτισμό – όταν ο πολιτισμός της Σφαγής τελειοποιηθεί, όταν αποκτήσει τα πιο ευαίσθητα και τελειότερα όργανά του, τότε θα περάσουμε μέσα από τη μαύρη τρύπα του πολιτισμού, θα περάσουμε διαμέσου της διαστάσεως αυτής του θνήσκοντος ηλίου, και θα φτάσουμε στο επόμενο στάδιο, εκείνο της βαρβαρότητας.

Το να ανήκεις σε αυτό που πλέον λέγεται μεσοκαστική τάξη συνεπάγεται, πρώτα και κύρια, φυσικά, το να μη μπορείς να χαμογελάσεις στην κοπέλα που έχεις απέναντι στο ταμείο – για την κοπέλα που κάθεται στη μεγάλη παρέα (και το να κάθεσαι πλέον σε μαγαζιά όπως αυτό του Κ σημαίνει πως ανήκεις στη μεγαλοκαστική τάξη τουλάχιστον, σημαίνει πως είσαι μεγαλοκαστός) ούτε συζήτηση.

-Η παρέα της κοπέλας που κάθεται – τα χρήματα, της είναι ζεστά, και ζει τη ζωή της ζωηρά, αλλά σίγουρα θα έλθει η ώρα της στον παράδεισο ή στην κόλαση-

Διότι, πώς να χαμογελάσεις σε κάποια όταν τα χρυσά δόντια που εσύ έχεις είναι μόλις 7;

Από τα τριάντα δύο χρυσά που η ιδιότητά σου του πολίτη, την οποία αποκτάς αμέσως μόλις γεννηθείς, σου εξασφαλίζει· η άνοδός σου στην ανθρώπινη ιεραρχία (που στα ποδανά της εξουσίας αποτελεί κάθοδό σου στον Άδη της υποτέλειας, ένα απλό κουπόνι για σίτιση, ένα ράντζο για ύπνο και τηλεόραση και βίντεο για όλους) σημαίνει απώλεια των δοντιών σου – αν φυσικά δεν ανήκεις στη μεγαλοκαστική τάξη.

Μόλις έχω δώσει ένα χρυσό δόντι για να πάρω το μπιφτέκι από τον Κ. Για την ακρίβεια, μισό χρυσό δόντι για το μπιφτέκι και μισό για τη βιντεοκασέτα. Για κάποιο λόγο, αποφάσισα να το ρίξω έξω, εκείνο το βράδυ.

Ενώ λοιπόν θα μπορούσα, πριν προβώ στην αγορά του μπιφτεκιού και την ενοικίαση της βιντεοκασέτας, να χαμογελάσω (τουλάχιστον στην κοπέλα στο ταμείο) επιδεικνύοντας τα οκτώ μπροστινά μου δόντια και μην αφήνοντας να φανεί πως μου λείπουν τα υπόλοιπα είκοσι τέσσερα, τώρα το δόντι που μόλις έχασα μου στερεί τη δυνατότητα χαμογέλου.

Τώρα, αρχίζει η εποχή του μειδιάματος.

Αν, λέω αν, αν ανήκα στη μεγαλοκαστική τάξη, θα μάζευα δόντια – δεν θα θυσίαζα, για λίγες καλές στιγμές.

Οι μεγαλοκαστοί έχουν όλα τα δόντια στη θέση τους – οι μεγαλοκαστοί έχουν όλα τα χρυσά τους δόντια στη θέση τους. Λένε, έλεγαν τουλάχιστον κάποτε, πως δάγκωναν σαν μεγαλοκαρχαρίες. Πως αν είχες την τύχη να σε δαγκώσει ένας μεγαλοκαστός – αυτό το δάγκωμα ισοδυναμούσε με οργασμική εμπειρία.

Και είναι γεγονός πως πολλοί, μικροκαστοί κυρίως, ή ακόμη καλύτερα χειρωνάκτες, είχαν την τύχη να γίνουν κιμάς, δηλαδή είχαν την τύχη να γίνουν κάτι που θα δαγκώσει ένας μεγαλοκαστός. Αυτό κάποιοι, παλιότερα, το έλεγαν σφράγισμα σαρκαστικά – το έλεγαν μέχρι να αρχίσει ο πόλεμος μεταξύ της Ευρασίας και της Ατλαντευρώπης.

Αλλά μετά, άρχισε ο πόλεμος και οι φωνές κριτικής, οι φωνές αποστασιοποίησης σίγησαν.

Στο διάστημα, άλλωστε, κανείς δεν ακούει τις κραυγές των άλλων. Είναι ίδιον του φιλελεύθερου πολιτισμού η βαρηκοΐα.

Όπως και να έχει, αυτά τα χρυσά δόντια ήταν μία ευφυής προσαρμογή του καπιταλιστικού συστήματος στο σύστημα των καστών. Και βέβαια, πάντα οι εφευρέσεις, οι σκέψεις, οι ιδέες των ανωτέρων είναι κάτι προς θαυμασμό – όλοι μείνανε ενεοί και όλοι εξακολούθησαν να είναι όσο τους εγκαθιστούσαν τα χρυσά δόντια – όσοι είχαμε γεννηθεί πριν το Τέλος της Ιστορίας, πριν το 1989, ονομαστήκαμε αναλογικοί οδόντες αντί ψηφιακών οδόντων που ονομάστηκαν οι μετά.

Πέρα από αυτό, όμως, το ότι δηλαδή όσο δεν μπορείς να κρατήσεις τα δόντια σου στη θέση τους υποχωρείς στο σύστημα καταλαμβάνοντας όλο και κατώτερες θέσεις στην τροφική Αλυσίδα του Είναι του (που άλλωστε αντικατέστησε, ή μάλλον επανέφερε με καινούργια μορφή, ολιγοπωλιακή είπαν κάποιοι, τη Μεγάλη Αλυσίδα του Είναι), η χρυσή οδοντοστοιχία, ολόκληρη ή με τις ελλείψεις της, χρησιμεύει και σε κάτι άλλο.

Στην αναγνώριση των πτωμάτων.

Αλλά αυτό είναι μία άλλη συζήτηση.

*

Γυρίζω από τον Κ τρώω το μπιφτέκι μου βάζω το SE7EN.

Λιώνουν τα μάτια μου στο φως της τηλεόρασης. Με νανουρίζει μια στημένη μελωδία. Όσοι περνάνε απ’ τη χώρα στον χώρο. Παθαίνουν Ευρασία.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του μεγάλου Φιλελεύθερου Κεκτημένου μας είναι ότι ενώ έχει καταστήσει το παρελθόν τη μόνη πατρίδα που γνωρίσαμε και που δεν υπάρχει πλέον έχει, με κάποιο τρόπο, καταστήσει και τις αναμνήσεις μας φυλακή.

Η ταινία αρχίζει – το μπιφτέκι όμως ήταν βαρύ.

Θυμάμαι, κάποτε, όταν είχε βγει το SE7EN, πως είχα διαβάσει στο ΣΙΝΕΜΑ ότι η πόλη στην οποία εκτυλίσσεται είναι ανώνυμη και πως μόνο στην τελευταία σκηνή, όπου αποκαλύπτεται η κορύφωση των δραματικών γεγονότων, το φως είναι εκτυφλωτικό. Στην πόλη του SE7EN, έγραφε στο ΣΙΝΕΜΑ, διαρκώς βρέχει, βρέχει ασταμάτητα.

Κοιτάζω ασυναίσθητα έξω από το παράθυρο.

Κάποιος κοιτάει την ώρα. Κάποιος στον δρόμο τρέχει. Κάπου σε κάποια χώρα, σκέφτομαι, τώρα μπορεί να βρέχει. Και εμένα τι με νοιάζει.

Εδώ έχει πάντα Ήλιο. Μόνο που με τρομάζει.

Είχα πει θα φύγω. Όταν είπα θα φύγω σταμάτησαν τα ταξίδια. Τα ταξίδια είναι ο παράδεισος των Ηλιθίων. Αυτή η πόλη όμως μου φαίνεται άδεια.

Για κάποιο λόγο, καθώς τα βλέφαρα μου βαραίνουν στο φως της τηλεόρασης, η πραγματικότητα της ταινίας και αυτή του ονείρου συμπλέκονται. Η πόλη του SE7EN γίνεται η φιλελεύθερη ουτοπία μας των κεκτημένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κεκτημένου ανθρώπινου κιμά, του Habeas Corpus του Σφαγείου.

Κάποιος στον δρόμο τρέχει.

Το πρώτο έγκλημα στον φιλελεύθερο κατάλογο των θανάσιμων αμαρτημάτων αποκαλύπτεται.

Gluttony.

Το πρώτο θύμα είμαι εγώ. Το στομάχι μου ξεχειλίζει από τον πολιτισμό του μπιφτεκιού.

Το κρέας είναι κάτι κακό για τον ανθρώπινο οργανισμό αν δεν είναι ανθρώπινο, λέει ο Ντετέκτιβ Μιλς στον Ντετέκτιβ Σόμερσετ.

Ναι, συμφωνεί εκείνος, αλλά δεν έχουν όλοι το στομάχι για ανθρώπινο, οπότε θα έπρεπε να καταναλώνει σόγιας.

Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, συμφωνεί μαζί του ο Μιλς. Όπως και να έχει, ο τύπος τον τάισε υπερβολικές ποσότητες πραγματικού κιμά.

Οι φάτσες των ντετέκτιβ δεν φαίνονται στο όνειρό μου, διότι η εξουσία είναι απρόσωπη. Η εξουσία, θα έλεγε κανείς είναι ατομική.

Πράγμα που μας οδηγεί στο δεύτερο φιλελεύθερο θανάσιμο αμάρτημα.

Greed.

Να μη χρησιμοποιείς δηλαδή την απληστία σου κατά τρόπο εποικοδομητικό για την κοινότητα – που βέβαια στα αγαπημένα μας ποδανά της απρόσωπής μας εξουσίας έχει γίνει ατομικότητα. Μία τέλεια συγχορδία από άτομα που περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους και που θεωρούν πως τα πάντα περιστρέφονται γύρω από αυτά.

Που όλο αυτό βρίσκει την τέλεια απεικόνισή του σε αυτό που λέει ο Σόμερσετ στον Μιλς

Έπρεπε να έχει ζητήσει πίσω τη λίβρα σάρκας του. Έπρεπε να έχει διαβάσει καλύτερα τα ψιλά γράμματα του συμβολαίου του.

Μία λίβρα σάρκας, ούτε παρακάτω ούτε παραπάνω, συμπληρώνει ο Μιλς.

Όλο αυτό πρέπει να περιέχει τοποθέτηση προϊόντος σκέφτομαι μέσα στον ύπνο μου, καθώς μια κοπέλα με φόντο κόκκινα σύννεφα στον ουρανό γελά. Γελά διότι έχει δόντια σκέφτομαι – όχι επειδή τη θέλω.

Και η σκέψη περί τοποθέτησης προϊόντος και περί ολότητας των δοντιών με οδηγεί στο επόμενο θανάσιμο αμάρτημα, στο κομμάτι που λείπει απ’ τον σπασμένο καθρέφτη και θα αντικατόπτριζε το μοναδικό στρεβλό της δόντι.

Sloth.

Αν δεν ήμουν νωθρός θα της έβγαζα το στρεβλό της δόντι και θα γινόταν τέλεια σαν εμένα, τέλεια σαν τον καθρέφτη τον οποίον κοιτάζει και αντί να της δείχνει την τελειότητα της δείχνει το επόμενο θανάσιμο αμάρτημα.

Lust.

Του οποίου είναι λειτουργός. Ενώ θα μπορούσε να ήταν κάτι πιο τέλειο και από τον καθρέφτη, κάτι που δεν θα άγγιζα. Θα μπορούσε λ.χ. να προσφέρει στην Ατομικότητα (= Κοινότητα) ως κάτι που έχει σταματήσει να αγγίζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ως κάτι μεσολαβητικό, κάτι σχεδόν παρένθετο, ως Μητρότητα.

Ενώ αυτή προτιμά να μην τίκτει για λογαριασμό εκείνων που δεν μπορούν – βιολογικά μιλώντας πάντα. Αν και η βιολογία έχει πλέον ενταχθεί σε αυτό που κάποτε ονομαζόταν Ανθρωπιστικές Επιστήμες, κάτι πολύ βαρύ για τη μεγάλη μάζα, καθώς πέρα από την ικανότητά της να προκαλεί ό,τι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, έχει – είχε – και αυτή την καταραμένη ικανότητα να προβλέπει.

Την Κασσάνδρα δεν άκουσε κανείς.

Και αυτό ήταν το θανάσιμο αμάρτημα, αυτό που της στοίχισε μια ζωή

Pride

Που αν δεν είναι σαν τις επιστήμες μας, χαρούμενη, τότε είναι κάτι απευκταίο και κάτι μοιραίο όπως η Ομορφιά που θα έσωζε τον κόσμο, είχαν πει τότε η Βιολογία μαζί με τον Ντοστογιέφσκι.

(Πριν καούν όλα αυτά τα συγγράμματα μαζί με την Κασσάνδρα στη μεγάλη φωτιά, που είχε προβλέψει ο Χώουθορν, λες κάποιος άλλος ήδη είχε προβλέψει το τέλος του κόσμου που θα επέλθει σε μια κόλλα χαρτί).

Το περίεργο είναι, πως καθώς βλέπω αυτό τον εφιάλτη που μου προκάλεσε το καταραμένο μπιφτέκι του Κ, (ενός Κ βέβαια που δεν ήταν πάντοτε ένας σκέτος, ομιχλώδης Κ αλλά είχε όνομα, κάποτε είχε όνομα, προτού σκάσουν εκεί οι Χωρομέτρες και αφήσουν ημιτελές το αρχιτεκτονικό σχέδιο του μαγαζιού του αφήνοντας στη θέση του έναν ημιτελή Πύργο, έναν angst-ridden που λένε και οι Ατλαντευρωπαίοι Πύργο της Βαβέλ από κιμάδες που οι φιλελεύθεροι είχαν το μεγαλόπνοο σχέδιο να μπιφτεκοποιήσουν σε έναν μόνο κιμά αλλά που εν τέλει αναγκάστηκαν να διαμοιράσουν χάνοντας την επαφή τους με την πραγματικότητα και πιστεύοντας πως επιτελούν κάποιο θαύμα) – το περίεργο είναι πως καθώς βλέπω αυτόν τον εφιάλτη οδηγούμαι στη λύση του μυστηρίου αφήνοντας κατά μέρος τα θανάσιμα αμαρτήματα και στη θέση τους σχηματίζοντας τα προσωπεία του μεγάλου πολέμου.

Έτσι, φτάνω στη σκηνή που ο άγνωστος δολοφόνος, φτάνει γεμάτος αίματα στα σκαλιά του Αστυνομικού Μεγάρου και φωνάζει Ντετέκτιβ Μιλς και παραδίδεται.

Γιατί παραδίδεται;

Φτάνω στη σκηνή που μέσα στο black mariah τους οδηγεί στον τόπο της βροχής, εκεί όπου θα βρέξει επιτέλους, φτάνω στη σκηνή όπου οι τρεις τους, ο Τζων Ντο, ο Ντετέκτιβ Μιλς, και ο Ντετέκτιβ Σόμερσετ βλέπουν έναν σκοτωμένο σκύλο, και τότε καθώς ο Τζων Ντο τους λέει

I didn’t do that

Βλέπω το πρόσωπό του επιτέλους, που καθώς το παρατηρώ αρχίζει να μου θυμίζει εκείνο του Βλαδίμηρου, του αρχηγού της Ευρασίας, η οποία βρίσκεται σε συνεχή πόλεμο με την Ατλαντευρώπη.

Και καθώς κοιτάζω το πρόσωπο του Ντετέκτιβ Μιλς (Mills, ή σκέφτομαι Meals; Μην λησμονείτε πως πρόκειται για έναν υπέρμαχο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του λαού να τρώει· έστω και σκατά· καθότι· φιλελευθερισμό θέλομεν και ας τρώγωμεν και feces) αρχίζει να μου μοιάζει με του Ερπετού, του αρχηγού της Μεγάλης Φιλελεύθερης Συμμαχίας, το οποίο δεν φοβάται παρά μόνο τον… ενώ κοιτάζω το πρόσωπο του Σόμερσετ θυμάμαι τα λόγια του μεγάλου πολιτικού ανδρός πως η Γεωπολιτική είναι ένα ντόμινο από κλειδαρότρυπες που πρέπει να παραβιάσει κανείς για να δει το φως στην άκρη του τούνελ.

Και βλέπω τη σκηνή που ο Ντετέκτιβ Μιλς ανοίγει το κουτί ενώ ο Ντετέκτιβ Σόμερσετ προσπαθεί να τρέξει να τον προλάβει αλλά δεν μπορεί, όπως ακριβώς συμβαίνει στα όνειρα όπου κάτι που πρέπει να κάνεις διαρκώς αναβάλλεται για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, ίσως διότι το Υπερεγώ είναι κάποιος άλλος, αλλά αυτός ενώ τρέχει να τον προλάβει απλώς δεν μπορεί επειδή, κοιτάζω καλύτερα μη μπορώντας να πιστέψω στα μάτια μου, δεν μπορεί επειδή φοράει

γόβες

Και μάλιστα όχι ό,τι και ό,τι γόβες, φοράει γόβες Louboutin – τις στρατιές της μεγάλης μας φιλελεύθερης συμμαχίας ντύνουν οι καλύτεροι μόδιστροι.

Και καθώς ανοίγει το κουτί ο Μιλς, καθώς το ανοίγει με λεπτές χειρουργικές επεμβάσεις, τότε βλέπω – ενώ στην ταινία δεν φαίνεται – τότε βλέπω τι υπάρχει μέσα στο κουτί.

Και στο κουτί δεν υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από ένα μπιφτέκι,

Ένα μπιφτέκι του Κ

Για δες εδώ

Μπορεί να σε ενδιαφέρει

Είμαστε

ΠΑΝΤΟΥ